φειδός

φειδός
φειδός
sparing
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φειδός — ή, όν, ΜΑ, και φιδός, όν, Α φειδωλός. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού ρ. φείδομαι] …   Dictionary of Greek

  • φειδούς — φειδός sparing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδῶ — φειδός sparing masc/neut gen sg (doric aeolic) φειδώ sparing fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) φειδώ sparing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδῷ — φειδός sparing masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδότεροι — φειδός sparing masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδώ — φειδός sparing masc/neut nom/voc/acc dual φειδώ sparing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδύλος — η, ον, Α (στην κωμωδία) υποκορ. τού φειδός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φείδ ομαι + υποκορ. κατάλ. ύλος (πρβλ. μικκ ύλος)] …   Dictionary of Greek

  • φιδός — ή, όν, Α βλ. φειδός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”